Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2016

(αναδημοσίευση από τον Φύλαρχο) Ξεχωριστή ομιλία του Γιώργου Πραχαλιά για την Άλωση της Τριπολιτσάς και η άγνωστη απελευθέρωση της Τρίπολης από τις δυνάμεις κατοχής το 1944


Ομιλία Γιώργου Πραχαλιά
Στα πλαίσια εκδήλωσης του Συλλόγου Αρκάδων Φυλής με τίτλο
«Η Άλωση της Τριπολιτσάς 23 Σεπτεμβρίου 1821
και η άγνωστη απελευθέρωση της Τρίπολης
 από τις δυνάμεις κατοχής στις 29 Σεπτεμβρίου 1944
Η αφήγησή μας ξεκινά τον Αύγουστο του 1820, όταν ο Κολοκοτρώνης επισκέφθηκε τον Καποδίστρια στην Κέρκυρα και του παρουσίασε το τελικό σχέδιο της επανάστασης: Ο Καποδίστριας θα κέρδιζε διπλωματικό χρόνο για την επανάσταση, ο Υψηλάντης θα αγκίστρωνε στη Μολδοβλαχία τις Τουρκικές δυνάμεις από το φόβο της εμπλοκής των Ρώσων, οι ναυτικοί του Αιγαίου θα απέκοπταν τις θαλάσσιες γραμμές εφοδιασμού από τα Τουρκικά παράλια προς τον Ελλαδικό ηπειρωτικό χώρο, οι επαναστάτες στη Ρούμελη, στη Θεσσαλία και τη Μακεδονία, θα ανέκοπταν την κάθοδο Τουρκικών δυνάμεων προς την Πελοπόννησο, ενώ ο Κολοκοτρώνης θα απελευθέρωνε γρήγορα το Μωριά και στη συνέχεια θα επιτίθονταν προς βορρά.

Μετά την απελευθέρωση της Καλαμάτας στις 23 Μαρτίου από τον Πετρόμπεη και τον Κολοκοτρώνη αναδεικνύεται το πρώτο πρόβλημα: Ο Πετρόμπεης ήθελε να πάρουν πρώτα τα κάστρα της Μεσσηνίας και στη συνέχεια να χτυπήσουν την Τριπολιτσά, ενώ ο Κολοκοτρώνης επέμενε να πάρουν πρώτα την Τριπολιτσά και μετά τα υπόλοιπα κάστρα θα πέσουν αμέσως. Έτσι ο Πετρόμπεης μένει στην Καλαμάτα και ιδρύει τη Μεσσηνιακή Γερουσία, ενώ ο Κολοκοτρώνης μετακινείται στην Αρκαδία για να χτυπήσει την Τριπολιτσά. Μετά όμως από την  πρώτη νικητήρια μάχη στον Άγιο Αθανάσιο της Καρύταινας στις 29 Μαρτίου, ήρθαν οι αποτυχίες στην Καρύταινα και στη Βλαχοκερασιά, ενώ διαλύθηκαν οι πολιορκίες των Πατρών και του Ναυπλίου.

Ο Κολοκοτρώνης αντιλήφθηκε τον κίνδυνο και συγκάλεσε πολεμικό συμβούλιο στο Σαπολίβαδο την 13η  Απριλίου 1821 με συμμετοχή των 40 καπεταναίων του Μωριά. Εκεί ο Κολοκοτρώνης τους παρουσίασε το πολεμικό του σχέδιο για την πολιορκία της Τριπολιτσάς, προτείνοντας παράλληλα να κληθεί ο Πετρόμπεης ως αρχιστράτηγος όλης της Πελοποννήσου. Αιφνιδίασε έτσι τους πρόκριτους που προεπαναστατικά έριζαν μεταξύ τους με το Αχαικό και το Αρκαδικό κόμμα. Έχει μεγάλη σημασία το πολεμικό συμβούλιο στο Σαπολίβαδο γιατί αποτελεί την αφετηρία για τη δημιουργία κοινής Πελοποννησιακής διοίκησης.

Η Θρυαλλίδα των πολιτικών εξελίξεων
Ακολούθησαν οι ανέλπιστες νίκες των Ελλήνων στο Λεβίδι και στη Συλίμνα. Οι Τούρκοι αντιλήφθηκαν ότι έχει δημιουργηθεί ισχυρός κλοιός γύρω από την Τριπολιτσά. Στις 26 Απριλίου βγήκαν πανστρατιά από την Τριπολιτσά και κατέστρεψαν το Βαλτέτσι. Την ίδια μέρα διαδόθηκε η είδηση ότι καταφθάνει ο φοβερός Κεχαγιάμπεης με ισχυρή δύναμη για να καταπνίξει την επανάσταση. Μπροστά σε αυτή την κατάσταση οι πρόκριτοι και οι καπεταναίοι της Καρύταινας συνήλθαν στο Χρυσοβίτσι όπου στις 28 Απριλίου 1821 εξελέγη η Εφορία της Καρύταινας με πρόεδρο τον Κανέλλο Δεληγιάννη και Αρχιστράτηγο της επαρχίας τον Κολοκοτρώνη. Έχει τεράστια σημασία η πράξη αυτή, γιατί αποτέλεσε τη θρυαλλίδα  που οδήγησε στη δημιουργία της Πελοποννησιακής Γερουσίας.
Ο Κολοκοτρώνης, ως Αρχιστράτηγος της Καρύταινας, εφάρμοσε το πολεμικό του σχέδιο και έτσι ήρθαν οι θρίαμβοι στο Βαλτέτσι, στα Βέρβαινα και στα Δολιανά, ενώ μετά από αυτές τις νίκες κινήθηκε επιθετικά και μέχρι τις 21 Μαΐου 1821 είχε εγκαταστήσει έναν ασφυκτικό κλοιό γύρω από την Τριπολιτσά. Η τύχη της πόλης είχε κριθεί. Οι πρόκριτοι του Μωριά, αντελήφθησαν ότι ο Δεληγιάννης και ο Κολοκοτρώνης γίνονταν πανίσχυροι και αν έπαιρναν μόνοι τους την Τριπολιτσά, θα ηγούνταν και της επανάστασης. Αλλά και εντός των Αρκάδων, ο Κανέλλος Δεληγιάννης δέχονταν έντονες επικρίσεις του αδελφού του Αναγνώστη για τον ορισμό του Κολοκοτρώνη ως Αρχιστρατήγου, γιατί διέβλεπε την απόλυτη ισχυροποίηση του Κολοκοτρώνη μετά την άλωση της Τριπολιτσάς. Ταυτόχρονα, οι πρόκριτοι φοβούνταν ότι ο Δημήτριος Υψηλάντης, που έρχονταν στο Μωριά ως εκπρόσωπος του Αρχηγού της Φιλικής Εταιρείας Αλέξανδρου Υψηλάντη, θα αναλάμβανε την πολιτική ηγεσία. Όλα αυτά οδήγησαν τους πρόκριτους στο να παρέμβουν δυναμικά στις πολιτικές εξελίξεις, με πρωταγωνιστή τον Αναγνώστη Δεληγιάννη. Αλλά όπως γράφει ο Φωτάκος «Εδώ ο κυρ-Αναγνώστης εγελάσθη, διότι δεν εγνώριζε ότι οι Έλληνες εξύπνησαν και δεν ήθελαν πλέον να υποτάσσωνται εις άλλους, αγαπώντες την ανεξαρτησίαν των».
Η Συνέλευση των Καλτεζών
Έτσι συγκλήθηκε η Συνέλευση των Καλτεζών, με συμμετοχή μόνο των προκρίτων και τριών Μητροπολιτών. Οι Μητροπολίτες αυτοί διοικούσαν το στρατόπεδο των Βερβένων, ήσαν συνετοί, δεν ανήκαν στην προεπαναστατική ολιγαρχία και έχαιραν της εκτίμησης όλων. Ο Κολοκοτρώνης, η γέρικη αυτή αλεπού, αντιλήφθηκε τις κινήσεις των προκρίτων και γιαυτό απέστειλε επιστολή στον Μητροπολίτη Βρεσθένης Θεοδώρητο, τον καπετάν Δεσπότη όπως τον αποκαλούσε γράφοντάς του: «Καπετάν Δεσπότη, αν είσαι Καρυτινός, αν είσαι και Δεσπότης, φύλαξον την θέσιν». Τον προέτρεπε δηλαδή να αντισταθμίσει τη μονομέρεια των προκρίτων στη Συνέλευση. 

Από τη Συνέλευση των Καλτεζών απουσίαζαν όμως συνειδητά οι πρόκριτοι της Ηλείας, της Αχαίας και της Κορινθίας, καθώς και οι Νησιώτες του αργολικού κόλπου, οι οποίοι ενώ προσκλήθηκαν από τους Πελοποννήσιους να μετέχουν, εντούτοις αρνήθηκαν πεισματικά τη συμμετοχή τους, επικαλούμενοι «τας καθημερινάς περιστάσεις της πατρίδος αι οποίαι απαιτούν να παρευρισκώμεθα όλοι εδώ». Αυτά ήταν τα δύο θεμελιώδη λάθη της Πελοποννησιακής Γερουσίας: η μονομερής συγκρότησή της από πλευράς των προκρίτων αλλά και η τριχοτόμηση του Μωριά με απουσία της Αχαίας, της Ηλείας και των νησιών του Αργολικού. 

Η Συνέλευση έληξε την 26η Μαΐου 1821 με την ανάδειξη του Πετρόμπεη ως Αρχιστρατήγου και του Βρεσθένης Θεοδώρητου ως Προέδρου της Πελοποννησιακής Γερουσίας, που αποτελεί την πρώτη ανασύσταση του Ελληνικού Κράτους από την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453. Για τον τρόπο ανάδειξης της Γερουσίας ο Παλαιών Πατρών Γερμανός γράφει «..οι πρόκριτοι… συσκεφθέντες απεφάσισαν να συστήσουν διοίκησιν, την οποίαν ονόμασαν Γερουσίαν …Πλην εις ουδέν ελογίσθησαν, διότι η εκλογή των υποκειμένων δεν έγινε με κοινήν γνώμην». Αλλά και ο Κολοκοτρώνης αναφέρει με δεικτικό της πικρίας του τρόπο: «Εις τες Καλτεζιές, επαρχία Μυστρά, έγινε συνέλευσις από μέρους προυχόντων Πελοποννήσου και εθεώρησαν εύλογον να καλέσουν τον Πετρόμπεην…ημείς εκοιτάζαμεν την δουλειά μας. Κάθε ημέρα είχαμε ακροβολισμούς από το πρωί ίσαμε το βράδυ…».
Οι πρώτες πολιτικές συγκρούσεις
Μετά την ανάδειξή της, η Γερουσία δεν εγκαταστάθηκε στα Τρίκορφα όπου βρίσκονταν ήδη ο Κολοκοτρώνης που πολιορκούσε την Τριπολιτσά, αλλά στην Ιερά Μονή Ζωοδόχου Πηγής της Στεμνίτσας, προκειμένου να προετοιμάσει το έδαφος για τον ερχομό του Δημητρίου Υψηλάντη. Την 19η Ιουνίου κατέφθασε ο Δημήτριος Υψηλάντης στο Άστρος, όπου έγινε δεκτός με απερίγραπτο ενθουσιασμό από το λαό, γεγονός που προκάλεσε την απόλυτη αμηχανία των παρόντων γερουσιαστών. Έτσι, ξέσπασαν  οι δύο συγκρούσεις ανάμεσα στον Υψηλάντη και την Πελοποννησιακή Γερουσία, αρχικά στα Βέρβενα και στη συνέχεια στη Ζαράκοβα, όπου και στις δύο περιπτώσεις ο εξαγριωμένος λαός που επιθυμούσε την ανάληψη της διοίκησης από τον Υψηλάντη και την κατάργηση της Γερουσίας επιχείρησε να λυντσάρει τους προκρίτους. Και στις δύο περιπτώσεις ο Κολοκοτρώνης έσωσε τους προκρίτους και καθησύχασε το εξαγριωμένο πλήθος λέγοντας τη χαρακτηριστική φράση «δια να μην μας νομίσουν οι ξένοι Καρμπονάρους ή Ιακωβίνους», δηλαδή να μην θεωρηθεί η επανάσταση ως πολιτική.

Φτάνουμε στον Ιούλιο του 1822, όπου οι οπλαρχηγοί με επικεφαλής τον Κολοκοτρώνη ανακηρύσσουν στα θρυλικά Τρίκορφα ως αρχιστράτηγο του Μωριά τον Υψηλάντη, ο οποίος με τη σειρά του αναγνωρίζει ως στρατηγό της Καρύταινας τον Κολοκοτρώνη και δεν του αφαιρεί καμία αρμοδιότητα από αυτές που ήδη είχε για την πολιορκία της Τριπολιτσάς
Η Άλωση
Την Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 1821 οι Τουρκικές αρχές συσκέπτονταν στο Σεράι, για να εξετάσουν την παράδοση της πόλης. Η φύλαξη του τείχους της πόλης από τους στρατιώτες ήταν πλημμελής. Σε μια από τις πύλες του τείχους, οι φύλακες συχνά συνομιλούσαν με τον Μανώλη Δούνια που είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη τους. Εκείνη την ημέρα ο Δούνιας επωφελήθηκε της απουσίας αξιωματικών και ανέβηκε στο τείχος. Ύστερα άνοιξε την Πύλη και αρκετοί μπήκαν στην πόλη.  Η είσοδος των πολιορκητών γενικεύτηκε, με αποτέλεσμα στις 9 το πρωί οι Έλληνες να είναι κύριοι της πόλης.

Η είδηση της άλωσης της Τριπολιτσάς ήχησε σαν κεραυνός στις αυλές των ανακτοβουλίων της Ευρώπης, τρόμαξε το  Σουλτάνο στην Κωνσταντινούπολη και σκόρπισε παραλήρημα ενθουσιασμού στον Ελληνισμό. Κανείς δεν πίστευε ότι οι Έλληνες θα έπαιρναν την Τριπολιτσά, του λιονταριού την πόρτα, το σύμβολο της Τουρκικής παντοδυναμίας στο Μοριά. Ολόκληρος πια ο Μωριάς, αγνάντευε κατά την Τριπολιτσά με υπερηφάνεια και σιγουριά για την απελευθέρωση.





Η σφαγή
Μελανή πτυχή της άλωσης ωστόσο υπήρξαν οι ωμότητες που διέπραξαν οι Έλληνες σε βάρος των αμάχων όταν κατέλαβαν την Τριπολιτσά. Ο Κολοκοτρώνης δίνει την απαίσια εικόνα της τριήμερης σφαγής «Το άλογό μου από τα τείχη ως το Σαράι δεν επάτησε χώμα». Κάθε απόπειρα ερμηνείας των βιαιοτήτων με τις σύγχρονες αρχές του Διεθνούς Δικαίου θα ήταν λανθασμένη. Άλλωστε οι ωμότητες θα είχαν αποφευχθεί εάν οι Τούρκοι είχαν παραδώσει την πόλη έγκαιρα με συνθήκη. Αλλά με τον τρόπο που έπεσε η Τριπολιτσά, ήταν αδύνατο να συγκρατηθεί ο μανιασμένος όχλος των Ελλήνων. Επιπλέον, σε όσους νεόκοπους ειδικούς του πολέμου κατακρίνουν τον Κολοκοτρώνη ότι επεδίωκε την παράδοση των θησαυρών από τους Τούρκους, η απάντηση είναι ότι αυτό ακριβώς του επέβαλλε η οικονομία του πολέμου να πράξει και κάθε άλλο θα ήταν εγκληματικό από μέρους του. Και με την εντελώς ψυχρή λογική του πολέμου, οι Έλληνες δεν είχαν κάτι ουσιαστικό να κερδίσουν με τη σφαγή, ενώ αντιθέτως η ελληνική διοίκηση έχασε τους πολύτιμους θησαυρούς της πόλης οι οποίοι λεηλατήθηκαν από τον ανώνυμο όχλο. Αν ο Κολοκοτρώνης είχε πάρει τους θησαυρούς της Τριπολιτσάς, η Ελλάδα δεν θα είχε ανάγκη τα δάνεια της Αγγλίας και η εξέλιξη της επανάστασης θα ήταν σίγουρα διαφορετική, γιατί η επανάσταση στο Μωριά, εκτός από στρατιωτικά, θα ήταν και οικονομικά πανίσχυρη. Αν μέχρι τον Ιούλιο του 1822 ο Κολοκοτρώνης είχε καταφέρει να πάρει την Τριπολιτσά, να ελευθερώσει σχεδόν όλο το Μωριά και να τσακίσει τη μεγάλη αντεπίθεση των Τούρκων στα Δερβενάκια χωρίς χρήματα, φανταστείτε μέχρι που θα είχε φτάσει εάν είχε και τους θησαυρούς της Τριπολιτσάς.  

Αμέσως μετά την Άλωση της Τριπολιτσάς όμως, ανεδείχθησαν όλα εκείνα τα προβλήματα της πολιτικής ταυτότητας του μελλοντικού ελεύθερου Κράτους. Είναι τα προβλήματα εκείνα που οδήγησαν στους εμφυλίους πολέμους και στην ανακοπή της θυελλώδους ορμής της επανάστασης. Είναι τα προβλήματα εκείνα που οδήγησαν δύο φορές τον Κολοκοτρώνη και τους καπεταναίους στη φυλακή, που προκάλεσαν την επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων στο Ναβαρίνο και οδήγησαν στη δολοφονία του Καποδίστρια. Τα προβλήματα εκείνα που επέφεραν τη Βαυαρική Βασιλεία στη χώρα, τη Βαυαρική ακρίδα όπως την αποκαλούσε ο απλός λαός του Μωριά.
Η σημασία της Άλωσης στην πολιτική ταυτότητα του Ελληνισμού
Η άλωση της Τριπολιτσάς το 1821 είναι τόσο σημαντική για την εθνική μας υπόσταση, ώστε στον Εθνικό μας Ύμνο ο Διονύσιος Σολωμός της αφιερώνει ολόκληρη την 3η ενότητα από τις 7 συνολικές ενότητες του ύμνου.  Γιαυτό και όταν το 1930 η χώρα προσπαθούσε να επουλώσει τις πληγές της από τους Βαλκανικούς Πολέμους και τη Μικρασιατική εκστρατεία, αποφασίστηκε ο εορτασμός των 100 χρόνων από την εθνεγερσία με την ανέγερση του Μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτη στη βάση της Βουλής των Ελλήνων στην Αθήνα. Ο Άγνωστος Στρατιώτης αποτελεί το νοερό θεμέλιο και τον ακοίμητο φρουρό της Ελληνικής Πολιτείας, καθώς στηρίζει αλλά και προστατεύει τη Βουλή των Ελλήνων και το Προεδρικό Μέγαρο, που εσκεμμένα έχει χτιστεί πίσω από το κτίριο της Βουλής, γιατί εκεί βρίσκεται ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας ως ρυθμιστής του Πολιτεύματος. . Όλα αυτά φυλάσσονται από δύο Εύζωνες, που συμβολίζουν την Παλιγγενεσία του 1821, η οποία ξεκίνησε από την άλωση της Τριπολιτσάς.

Γιαυτό μαζί με την ανέγερση του μνημείου αποφασίστηκε η ανακομιδή των λειψάνων του Κολοκοτρώνη, η μεταφορά τους στην Τρίπολη και η τοποθέτησή τους στη βάση του ανδριάντα του Κολοκοτρώνη, εκεί ακριβώς που βρίσκονταν το Σαράι του Πασά της Τριπολιτσάς. Το νοερό αυτό σύμπλεγμα, που επεκτείνεται από την Πλατεία του Άρεως στην Τρίπολη μέχρι το Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, τη Βουλή των Ελλήνων και το Προεδρικό Μέγαρο στην Αθήνα, συμβολίζει παντοτινά τον καθοριστικό ρόλο της Τριπολιτσάς στην εθνική και πολιτική ταυτότητα του Νεώτερου Ελληνικού Κράτους. Μαρτυρά ότι η Τριπολιτσά ήταν και παραμένει ο ακοίμητος πρόμαχος του Έθνους αλλά και του Πολιτεύματος της χώρας.
Η Αρκαδία στο Έπος του 1940
Η προσφορά όμως της Αρκαδίας και της Τριπολιτσάς στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη δεν σταμάτησε εκεί, αφού αργότερα χαράχτηκαν στα μάρμαρά του οι λέξεις «Τεπελένι - Ιβάν», γιατί στο έπος του 1940 η θρυλική IV Μεραρχία Πελοποννήσου πολέμησε σε όλες τις μεγάλες μάχες της Αλβανίας, από το Αργυρόκαστρο, το Τεπελένι, το Μάλι Σπατ, την Τρεμπεσίνα, την Οστροβίτσα, το Μόροβα, το Ιβάν. Στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας έπεσαν το 1940 όλοι οι λοχαγοί και το σύνολο του 11ου Συντάγματος της Τρίπολης, αναγκάζοντας τη δημοτική μούσα να τους αποθανατίσει με τους στίχους «της Τρίπολης οι λοχαγοί και του Μωριά οι Λεβέντες στο Τεπελένι κείτονται και στο Ιβάν κοιμούνται».
Η Αρκαδία στην Κατοχή

Στις 6 Απριλίου 1941 όμως οι σιδερόφρακτες ναζιστικές δυνάμεις της χιτλερικής Γερμανίας επιτέθηκαν στην Ελλάδα και, παρά τη γενναία αντίσταση των οχυρών της γραμμής Μεταξά, οι Γερμανοί κατέλαβαν τη χώρα, μαζί με τους Ιταλούς και Βουλγάρους. Γερμανοί εισήλθαν στην Τρίπολη στις 28 Απριλίου 1941 και στις 2 Μαΐου 1941 ολοκληρώθηκε η εγκατάστασή τους στο Νομό. Η ισχυρή στρατιωτική παρουσία τους στην Αρκαδία ήταν επιβεβλημένη, προκειμένου να μπορούν από το κέντρο της Πελοποννήσου να καταστείλουν κάθε ένοπλη εξέγερση ελλήνων ανταρτών σε οποιοδήποτε Νομό. Ακριβώς το ίδιο δηλαδή που έκαναν και οι Τούρκοι κατά την Τουρκοκρατία. Έτσι η Γκεστάπο εγκαταστάθηκε στο κέντρο της Τρίπολης, ενώ η βίλλα Τουρκοβασίλη έγινε η έδρα της ιταλικής διοίκησης όπου εγκαταστάθηκε ο διαβόητος Μελανοχιτώνας Συνταγματάρχης Φαστούτσι.

 Η Εθνική Αντίσταση
Με την ολοκλήρωση της εγκατάστασης των κατακτητών, άρχισαν να επιστρέφουν από το μέτωπο της Αλβανίας οι ηρωικοί μαχητές  της θρυλικής IV Μεραρχίας. Αυτοί οι άνδρες αποτέλεσαν σημαντικό πυρήνα της εθνικής αντίστασης στα βουνά της Αρκαδίας, οι τάξεις της οποίας πύκνωσαν αμέσως από την Αρκαδική νεολαία, αλλά και από πατριώτες κάθε ηλικίας, ανεξάρτητα από την πολιτική τοποθέτηση του καθενός προπολεμικά. Η ορεινή μορφολογία της Αρκαδίας ήταν ιδανική για οργάνωση και διεξαγωγή ένοπλης αντίστασης. Όσο ισχυροποιούνταν στα βουνά η ένοπλη αντίσταση, άλλο τόσο ισχυροποιούνταν οι αντιστασιακές οργανώσεις στα αστικά κέντρα της Αρκαδίας. Προκηρύξεις, παράνομες εφημερίδες, διασπορά ειδήσεων, διαφυγή ανδρών προς το μέτωπο της Μέσης Ανατολής ή τα βουνά, ήταν τα καθήκοντα των αντιστασιακών οργανώσεων στις πόλεις της Αρκαδίας. Η εθνική αντίσταση δηλαδή εκμεταλλεύτηκε τις ίδιες  εκείνες συνθήκες που ευνόησαν την επιτυχία του κλεφταρματολισμού στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας.
Από τις αρχές όμως της κατοχής ο αδίστακτος μελανοχιτώνας συνταγματάρχης Φαστούτσι προσπαθούσε να κάμψει το πνεύμα των κατοίκων. Γνωρίζοντας την ευλάβεια των Αρκάδων για τον Κολοκοτρώνη, έβαλε τους Ιταλούς μελανωχιτώνες το βροχερό βράδυ της 25ης Μαρτίου 1942 να σπάσουν το οστεοφυλάκιο στο μνημείο των Προκρίτων στην Τρίπολη και να πετάξουν τα οστά του Κολοκοτρώνη στα λασπόνερα. Ο Δήμαρχος Ιωάννης Τσουτσάνης  έσπευσε μέσα στη νύχτα με το 13χρονο γιό του και, χωρίς να τους αντιληφθούν οι Ιταλοί, μάζεψε τα οστά του Κολοκοτρώνη. Όταν ο Δήμαρχος τοποθέτησε ο ίδιος την επόμενη ημέρα τα οστά στη θέση τους, μπροστά σε πλήθος κόσμου, ο Συνταγματάρχης Φεστούτσι τον πλησίασε και τον χαστούκισε δημόσια. Ο δήμαρχος του απάντησε υπερήφανα ότι «πρόσεχε Συνταγματάρχη. Ο πόλεμος δεν τελείωσε και θα έρθει η μέρα που θα ζητήσεις άσυλο στο σπίτι μου».

Τα πράγματα όμως άρχισαν να αλλάζουν από τα τέλη του 1942, όταν έγινε πλέον ορατή η ήττα και η αποχώρηση του Ρόμελ από το μέτωπο της Βόρειας Αφρικής. Από το Δεκέμβριο του 1942 και μέχρι τον Ιούνιο του 1943 τα ένοπλα αντάρτικα σώματα στην Αρκαδία και την Πελοπόννησο ισχυροποιήθηκαν σημαντικά και άρχισαν να επιχειρούν με επιτυχία εναντίον των κατοχικών δυνάμεων. Οι κατακτητές απάντησαν με συλλήψεις, βασανιστήρια, βιασμούς, αρπαγές, λεηλασίες, και εκτελέσεις. Ο Φεστούτσι οργίαζε με τους ιταλούς μελανοχιτώνες του αλλά και με τη βοήθεια απαίσιων ελλήνων κουκουλοφόρων και  γερμανοντυμένων τσολιάδων. Οι έλληνες συνεργάτες των κατακτητών είχαν συστήσει οργανώσεις στην Πελοπόννησο, την Εθνική Οργάνωση Βασιλοφρόνων, το Βασιλικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, το Εθνικόν Αντικομουνιστικόν Μέτωπον Ελλάδος, την Πατριωτική Απελευθερωτική Οργάνωση Κορινθίας και πλήθος άλλες, οι οποίες τελικά ενσωματώθηκαν στα διαβόητα Τάγματα Ασφαλείας.
Την άνοιξη του 1943 οι αντιστασιακές οργανώσεις οργάνωσαν τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου. Σε απάντηση της αθλιότητας που είχε κάνει την προηγούμενη χρονιά ο Φεστούτσι με τα οστά του Κολοκοτρώνη, μια λαοθάλασσα ξεχύθηκε στην Τρίπολη που μπήκαν στις φυλακές της πόλης και απελευθέρωσαν τους φυλακισμένους πατριώτες. Η απάντηση των δυνάμεων κατοχής ήταν αποτρόπαια. Απαγχόνισαν νεαρούς μαθητές στους δρόμους της Τρίπολης και τους άφησαν για παραδειγματισμό. Λίγο αργότερα σημειώθηκαν οι πρώτες σοβαρές εχθροπραξίες στον Άγιο Βασίλειο Κυνουρίας. Στις 10 Ιουλίου 1943 οι Σύμμαχοι αποβιβάστηκαν στη Σικελία και άρχισε το τέλος της Ιταλίας. Ακολούθησε η μάχη στον Κοσμά της Κυνουρίας στις 27 Ιουλίου 1943 όπου οι ελληνικές δυνάμεις συνέτριψαν τους ιταλούς καραμπινιέρους του Φεστούτσι, σκοτώνοντας επιτόπου τον ίδιο.
Τα Τάγματα Ασφαλείας

 Οι κατακτητές άρχισαν να αισθάνονται ανασφαλείς μέσα στα βουνά της Αρκαδίας και αποχώρησαν προς τα μεγάλα αστικά κέντρα του Νομού, αφήνοντας μικρές δυνάμεις στα κεφαλοχώρια. Για να αντισταθμίσουν οι κατακτητές τη σύμπτυξή τους στα μεγάλα αστικά κέντρα, εξαπέλυσαν τα θλιβερά Τάγματα Ασφαλείας στην Ελληνική περιφέρεια  κατατρομοκρατώντας τον πληθυσμό.
Η Εθνική Αντίσταση και ο άγνωστος ρόλος του Στρατηγού Λιώση
Το γεγονός αυτό δεν μπορούσε να μείνει αναπάντητο από τον ΕΛΑΣ, αλλά ούτε και από τις αντάρτικες δυνάμεις του Ελληνικού Στρατού που ενεργούσαν στην Αρκαδία και στην Πελοπόννησο. Τονίζεται ότι τόσο ο ΕΛΑΣ, όσο και οι αντάρτικες δυνάμεις του Ελληνικού Στρατού που ενεργούσαν στην Αρκαδία, υπάγονταν στο Ελληνικό Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής, επιτελάρχης του οποίου ήταν ο Συνταγματάρχης τότε Ευστάθιος Λιώσης.

Έτσι προέκυψε μια μεγαλειώδης πράξη στα χώματα της Αρκαδίας, που δυστυχώς έχει λησμονηθεί σκόπιμα από πολλούς. Στο Δυρράχι της Μεγαλόπολης υπογράφηκε τον Αύγουστο του 1943 η ιστορική συμφωνία ανάμεσα στο ΕΑΜ – ΕΛΑΣ και τον Εθνικό Στρατό, με την οποία διακήρυξαν την από κοινού συστράτευση στον αγώνα εναντίον των δυνάμεων κατοχής αλλά και των ελλήνων συνεργατών τους. Με τη συμφωνία προβλεπόταν επίσης και ο ορισμός ανώτατης κοινής διοίκησης ανάμεσα στις δυνάμεις του ΕΛΑΣ και του Εθνικού Στρατού. Έχει τεράστια σημασία για την εθνική ιστορία η συμφωνία του Δυρραχίου, όχι μόνο γιατί αποδεικνύει την ενότητα του αγωνιζόμενου ελληνισμού απέναντι στους κατακτητές, αλλά γιατί η υλοποίησή της θα απέτρεπε τον μετέπειτα ολέθριο εμφύλιο πόλεμο του 1946-49. Στη συμφωνία αυτή, η οποία έγινε εν γνώσει του Στρατηγείου Μέσης Ανατολής, δηλαδή ήταν υπό την απόλυτη έγκριση του επιτελάρχη Λιώση, καταγράφεται ρητά ότι ο ΕΛΑΣ αλλά και ο Ελληνικός Στρατός θεωρούν από κοινού εχθρό τους τα θλιβερά Τάγματα Ασφαλείας. Είναι μια σημαντική λεπτομέρεια για την εθνική ιστορία, γιατί αποδεικνύει ότι ο Ελληνικός Στρατός δεν είχε και δεν μπορούσε να έχει καμία σχέση με τους γερμανοντυμένους προδότες.

Αμέσως μετά τη συμφωνία του Δυρραχίου η Ανώτατη Γερμανική Στρατιωτική Διοίκηση  ανέλαβε τον έλεγχο. Άρχισαν οι εκτεταμένες καταστροφές χωριών και πόλεων, οι μαζικές συλλήψεις και φυλακίσεις, η οργανωμένη τρομοκρατία, οι βασανισμοί και οι εκτελέσεις. Η Τρίπολη έγινε πραγματική εκατόμβη θυμάτων. Οι φυλακές της γέμισαν από πατριώτες που μεταφέρονταν εκεί από Λακωνία και Μεσσηνία. Τα υπόγεια του δικαστικού μεγάρου Τρίπολης μετατράπηκαν και αυτά σε κολαστήρια φυλακισμένων πατριωτών.

Το Σεπτέμβριο του 1943 η Ιταλία συνθηκολόγησε και το Δεκέμβριο η αντίσταση ολοκλήρωσε έναν ασφυκτικό κλοιό γύρω από την Τρίπολη. Μνημειώδης είναι η μάχη στο Μονοδένδρι, όπου μια  διλοχία του ΕΛΑΣ συνέτριψε μια ισχυρή μηχανοκίνητη φάλλαγγα των SS, επιβεβαιώνοντας την απόλυτη ισχυροποίηση των αντάρτικων δυνάμεων.
Οι θηριωδίες των Γερμανών και των Ταγμάτων Ασφαλείας

Οι Γερμανοί διέταξαν για αντίποινα την εκτέλεση 118 Ελλήνων πατριωτών στο Μονοδένδρι, στο ίδιο σημείο όπου έγινε η μάχη. Ανάμεσα όμως στους 118 βρίσκονταν και 4 αδέρφια, οι αδερφοί Τζιβανόπουλοι από τη Σπάρτη, ο Δημοσθένης, ο Ιωάννης, ο Σωκράτης και ο Παρασκευάς. Ο πατέρας τους Δημήτριος Τζιβανόπουλος ζήτησε από το Γερμανό Διοικητή των SS να δείξει επιείκεια και να μην εκτελέσει όλα τα παιδιά του. Ο Γερμανός κάμφθηκε και ζήτησε από το Διοικητή του Τάγματος .Ασφαλείας Σπάρτης να του γνωρίσει ποιους από τους τέσσερις αδελφούς να αφήσει να ζήσει. Η απάντηση του Έλληνα Διοικητή είναι πραγματικά μνημείο εμφυλιακού μίσους:
Σπάρτη 23/11/43, Αριθ. Πρωτ. 13.
Προς Την Γερμανικήν Διοίκησιν Σπάρτης, Ενταύθα
Κατόπιν προφορικής υμών διαταγής λαμβάνομεν την τιμήν να επιστρέψωμεν υμίν συνημμένως την από 22/11/43 αίτησιν του κ. Δημητρίου Τζιβανοπούλου μεθ’ όλων των συνημμένων και αναφέρωμεν ότι ο μεν δύο αδελφοί Δημοσθένης και Ιωάννης είναι ενεργά μέλη του ΕΑΜ, διαφωτισταί και ομιληταί του ΕΑΜ, οι δ’ έτεροι δύο Σωκράτης και Παρασκευάς ανήκουν εις μαχητικήν ομάδα του ΕΑΜ – ΕΠΟΝ. Κατόπιν των ανωτέρω άπαντα τα εν τη αιτήσει του πατρός των Δημητρίου Τζιβανοπούλου είναι ψευδέστατα και οι τέσσεροι υιοί του όχι μόνον δεν πρέπει να απολυθούν εκ των φυλακών Τριπόλεως ένθα κρατούνται, απεναντίας δε απορούμεν πώς ούτοι μέχρι σήμερον δεν έχουσιν εκτελεσθεί. Ο Διοικητής, Λεωνίδας Βρεττάκος.

Το 1944 οι ναζιστικές δυνάμεις ήταν εγκλωβισμένες στην Αρκαδία και κινδύνευαν τόσο από την ελληνική αντίσταση, όσο και από μια πιθανή απόβαση των Συμμάχων στα Πελοποννησιακά παράλια. Εκτός όμως από τους Γερμανούς, κινδύνευαν άμεσα και οι ντόπιοι συνεργάτες τους, γιατί η συμφωνία του Δυρραχίου ήταν ενεργή και απολύτως ξεκάθαρη για τους εξωνημένους γερμανοτσολιάδες και τους κουκουλοφόρους.
Γιαυτό, με διαταγή του στρατηγού των SS Βάλτερ Σιμάνα δημιουργήθηκαν δύο αρχηγεία Ταγμάτων Ασφαλείας στην Πελοπόννησο: ένα στη Βόρεια Πελοπόννησο, με αρχηγό τον συνταγματάρχη Κουρκουλάκο και μονάδες σε Πάτρα, Πύργο και Κόρινθο, και ένα στη Νότια Πελοπόννησο, με αρχηγό τον συνταγματάρχη Διονύσιο Παπαδόγκωνα και μονάδες σε Τρίπολη, Καλαμάτα, Γύθειο, Γαργαλιάνους, Μελιγαλά και Σπάρτη. Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο ακαδημαϊκός και ευπατρίδης αυτός πολιτικός που διετέλεσε μετέπειτα και πρωθυπουργός με τη δεξιά παράταξη γράφει στα απομνημονεύματά του: «ο Παπαδόγκωνας εσκότωσεν, εκρέμασεν, εδήωσεν. Ο Κουρκουλάκος και ο Παπαδόγκωνας είχον επιστρατεύσει μερικούς αλήτας. Η στάσις του Παπαδόγκωνα υπήρξεν σκληρά, βίαιος, εντόνως φιλογερμανική».
Η Ναζιστική δράση του Συνταγματάρχη Παπαδόγκωνα
Ο συνταγματάρχης Παπαδόγκωνας είναι αυτός που όταν έγινε η απόπειρα δολοφονίας κατά του Χίτλερ από γερμανούς αξιωματικούς στην Πρωσία τον Ιούλιο του 1944, έστειλε επιστολή που δημοσιεύθηκε και στον ελληνικό τύπο προς τον Χίτλερ, στην οποία έγραφε: «Οι 5.000 αξιωματικοί και άνδρες των ελληνικών εθελοντικών τμημάτων της Πελοποννήσου με το μεγαλύτερον μέρος του πληθυσμού της Πελοποννήσου όπισθεν αυτών, εκφράζουν την βαθυτάτην αγανάκτησίν των δια την εναντίον σας απόπειραν σχεδιασθείσαν και επιχειρηθείσαν υπό υποκειμένων, τα οποία δεν ήθελαν να αναγνωρίσουν την αναγκαιότητα του αγώνος κατά του κομμουνισμού και των πλουτοκρατών συνεργατών του.Εκφράζουν την χαράν των δια την θαυμαστήν διάσωσίν σας και κλίνουν με ευγνωμοσύνην το γόνυ ενώπιον του Παντοδυνάμου Θεού, όστις ήπλωσε προστατευτικήν χείρα επάνω από την ζωήν σας δια να σας διαφύλαξη εις το γερμανικόν έθνος και εις την εν τω αγώνι κατά της κομμουνιστικής πανώλους. Δια τους έλληνας εθελοντάς της Πελοποννήσου η ένδειξις αυτή είναι μία παρόρμησις, όπως συνεχίσουν δι' όλων των δυνάμεων μέχρις εσχάτων τον αγώνα. Από της ιεράς γης της αρχαίας Σπάρτης, εκ της οποίας προήλθεν η δράξ των ηρώων του Λεωνίδου, η οποία έσωσε τον ευρωπαϊκόν πολιτισμόν, υψούται η προσευχή μας:«Κύριε, διαφύλασσε τον Φύρερ». Υπογραφή Διονύσιος Παπαδόγκωνας»

Στην επιστολή αυτή έλαβε και απάντηση από το Βερολίνο: «Αγαπητέ Συνταγματάρχα Παπαδόγκωνα. Ο Φύρερ έλαβε γνώσιν των εκδηλώσεων Υμών των 5.000 αξιωματικών και οπλιτών των εθελοντικών τμημάτων Πελοποννήσου και ευχαριστείται επί τούτοις εγκαρδίως. Ο Φύρερ διαβιβάζει Υμίν την πλήρη ευγνωμοσύνην του, ως και τους χαιρετισμούς του. Ζήτω ο Φύρερ. Υπογραφή Χίμλερ (Υπουργός του Ράιχ και αρχηγός των SS).»
Το τραγικό 1944
Την 13 Ιανουαρίου 1944 οι αντάρτες σκότωσαν ένα Γερμανό που έβγαινε από σπίτι δοσίλογου της Τρίπολης. Το σημείο του περιστατικού είχε και έναν άλλο συμβολισμό: συνέβη  στο ίδιο σημείο απ’όπου μπήκε ο Κολοκοτρώνης στην Τριπολιτσά το Σεπτέμβριο του 1821 μετά την Άλωση, που όπως διηγήθηκε και ο ίδιος «το άλογό μου από τα τείχη ως το Σεράι δεν πάτησε χώμα». Η Γκεστάπο και οι  ντόπιοι συνεργάτες τους κατάλαβαν το συμβολισμό και θέλησαν να στείλουν ένα ξεκάθαρο μήνυμα για την ωμή τρομοκρατία που θα ακολουθούσε. Γιαυτό, δύο ημέρες μετά, το παγωμένο πρωινό της 15ης Ιανουαρίου 1944, οι Γερμανικοί απαγχόνισαν στα μπαλκόνια της οδού Ταξιαρχών στη Τρίπολη 10 Έλληνες πατριώτες. Το αποτρόπαιο νέο διαδόθηκε σαν αστραπή και πάγωσε τις ψυχές των κατοίκων της Τρίπολης.

Η ανταπάντηση ήρθε αμέσως από την αντίσταση, όταν την 9η Φεβρουαρίου 1944, αντάρτες της εκτέλεσαν το διερμηνέα της Γκεστάπο Κωνσταντίνο Λέκκα μέσα στο επισκοπείο  στην Τρίπολη. Κλειδί στην επιχείρηση ήταν η θρυλική «Άννα», η όμορφη νεαρή νοσοκόμα του ΕΑΜ που μαζί με την ηγουμένη της Ιεράς Μονής της Επάνω Χρέπας της Τρίπολης οργάνωσαν την εξόντωση του Λέκκα. Ακολούθησαν οι μεγάλες επιτυχίες της Εθνικής Αντίστασης στο Χωρέμι,  στη Γλόγοβα, στα Καννελάκια,  στη Βλαχέρνα, στου Καρδαρά, στη Βλαχοκερασιά, στο Παρθένι, στο Νιοχώρι. Αλλά και τα αιματηρά αντίποινα των Γερμανών στο Αλεποχώρι, στον Άγιο Αθανάσιο, στην Ψηλή Βρύση της Τεγέας, το ολοκαύτωμα στον Άγιο Βασίλειο, οι εκτελέσεις στον Άγιο Πέτρο και στα Βούρβουρα, η καταστροφή της Καστάνιτσας, η πυρπόληση του Κοσμά, οι εκτελέσεις πατριωτών στις Βίγλες της Μεγαλόπολης και στου Βάγγου.
Ο ρόλος του Παπαδόγκωνα στην αποχώρηση των Γερμανών
Φτάνουμε στην 9η Σεπτεμβρίου 1944, όταν οι Γερμανικές κατοχικές δυνάμεις εγκαταλείπουν την Τρίπολη και παραδίδουν τη διοίκηση της πόλης στο συνταγματάρχη Παπαδόγκωνα, ο οποίος με διαταγή του απαγόρευσε στους κατοίκους να βγουν στους δρόμους και να γιορτάσουν την απελευθέρωση. Παράλληλα όχι μόνο αρνήθηκε να παραδώσει την πόλη στις ισχυρές δυνάμεις του ΕΛΑΣ που είχαν συγκεντρωθεί στα περίχωρά της και ζητούσαν την παράδοση της πόλης εν ονόματι της Ελληνικής Κυβέρνησης και των Συμμαχικών δυνάμεων, αλλά κάλυψε με τις δυνάμεις των Ταγμάτων Ασφαλείας την υποχώρηση των Γερμανών. Το τηλεγράφημα του Γερμανού Στρατηγού φον Γκρέβενιτς από την Αθήνα στις  9 Σεπτεμβρίου 1944 προς την Ανώτατη Γερμανική Διοίκηση στο Βερολίνο για την αποχώρηση των Γερμανικών Δυνάμεων από την Πελοπόννησο  αναφέρει χαρακτηριστικά «Για την ασφάλεια των γερμανικών κινήσεων απαγκίστρωσης χρησιμοποιούνται ελληνικοί σύνδεσμοι, δηλαδή Τάγματα Ευζώνων στον Πύργο, στο Ναύπλιο, στο Γύθειο, στην Καλαμάτα, στην Κυπαρισσία, στη Σπάρτη και στο Μελιγαλά. Ο Στρατηγός των SS Βάλτερ Σιμάνα είναι θετικά εντυπωσιασμένος από την πίστη τους και την αγωνιστική τους θέληση, για τον τρόπο που εκπληρώνουν τα καθήκοντά τους για την προστασία της γερμανικής Βέρμαχτ».
Ο καθοριστικός ρόλος του Παναγιώτη Κανελλόπουλου

Η Κυβέρνηση του Καίρου και το Στρατηγείο Μέσης Ανατολής είχαν αντιληφθεί τον κίνδυνο του εμφυλίου πολέμου και είχαν αποστείλει στην Πελοπόννησο τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, υπουργό της Κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου, προκειμένου να έρθει σε συνεννόηση τόσο με τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ, όσο και με τις δυνάμεις των Ταγμάτων Ασφαλείας. Ο Κανελλόπουλος δεν μπόρεσε να αποσοβήσει τα αιματηρά εμφυλιακά γεγονότα στην Καλαμάτα, στον Πύργο και στο Μελιγαλά, όπου τα Τάγματα Ασφαλείας αρνήθηκαν την παράδοση στον ΕΛΑΣ και σφαγιάστηκαν. Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος εξηγεί τι ακριβώς έγινε: «Τα Τάγματα Ασφαλείας Καλαμών και Πύργου έκαμαν την αφροσύνη να προβάλουν αντίσταση στους αντάρτες του ΕΛΑΣ. Ο στρατός του ΕΛΑΣ είχε χαρακτηρισθεί τμήμα του συμμαχικού στρατού και ο Άρης Βελουχιώτης ως διοικητής της Μεραρχίας του ΕΛΑΣ στην Πελοπόννησον δεχόταν εντολές από τον αρχιστράτηγον Ουίλσον. Τα Τάγματα Ασφαλείας είχαν κηρυχθεί από τους Συμμάχους σχηματισμοί εχθρικοί».

Όλοι πλέον κρατούσαν την ανάσα τους για το τι θα επακολουθούσε στην Τρίπολη, όπου είχαν καταφύγει τα υπολείμματα των Ταγμάτων Ασφαλείας από ολόκληρη την Πελοπόννησο, ενώ η πανίσχυρη Μεραρχία του ΕΛΑΣ είχε περικυκλώσει την πόλη. Με αγωνιώδης προσπάθειες του Παναγιώτη Κανελλόπουλου, παρασχέθηκε αμνηστία σε όσους άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας παραδόθηκαν ενώ οι υπόλοιποι φυγαδεύτηκαν αφοπλισμένοι στη Σαλαμίνα. Έτσι ο ΕΛΑΣ εισήλθε στην Τρίπολη στις 29 Σεπτεμβρίου 1944 και παρέλασε εν’ονόματι της Ελληνικής Κυβέρνησης και των Συμμάχων, φέροντας την Ελληνική σημαία, προκαλώντας παραλήρημα εθνικής ομοψυχίας στον πληθυσμό. Η Τρίπολη είναι η μοναδική πόλη στην Ελλάδα που υπερηφανεύεται ότι απελευθερώθηκε από τις κατοχικές δυνάμεις με απόλυτη συμφωνία της Ελληνικής Κυβέρνησης, των Συμμάχων και του ΕΑΜ, όπου ο ΕΛΑΣ κατέλαβε την πόλη ως απελευθερωτής Εθνικός Στρατός και παρέλασε μπροστά από το μνημείο των προκρίτων, εκεί που φυλάσσονταν τα οστά του Κολοκοτρώνη.
Αναγωγή στο σήμερα
Αγαπητοί φίλοι, έχουν περάσει 195 χρόνια από την άλωση της Τριπολιτσάς και 72 χρόνια από την απελευθέρωση της Τρίπολης από τις κατοχικές δυνάμεις. Η ιστορική μας μνήμη για αυτές τις περιόδους, δυστυχώς, περιορίζεται στα αυτοτελή γεγονότα, τα οποία όσο ηρωικά και αν είναι, δεν μπορούν από μόνα τους να δώσουν τη μεγάλη εικόνα των αγώνων του Ελληνισμού. Και όσο δεν βρίσκουμε το θάρρος να προχωρήσουμε σε μια ειλικρινή και έντιμη ιστορική αναζήτηση, τόσο τα φαντάσματα των εμφυλίων πολέμων θα εξακολουθούν να πλανώνται στις μέρες μας. Όσο δεν αναζητούμε τις αιτίες που από την εποχή της Πελοποννησιακής Γερουσίας μέχρι σήμερα έχουν αφαιρεθεί διοικητικά από την Περιφέρεια Πελοποννήσου η Αχαία, η Ηλεία, η Τροιζηνία και τα νησιά του αργοσαρωνικού, όσο δεν αναζητούμε τις αιτίες για τις οποίες κατέρρευσε η συμφωνία του Δυρραχίου το 1944 και από νικητές του ναζισμού οδηγηθήκαμε στον αδελφοκτόνο εμφύλιο, τόσο  θα επαναλαμβάνουμε και σήμερα τα ίδια λάθη.

Το χειρότερο όμως είναι ότι όσο δεν ρίχνουμε φως στην ιστορική αναζήτηση, τόσο θα εκμεταλλεύονται το σκοτάδι οι δόλιοι αναθεωρητές της ιστορίας που επιχειρούν να ισοπεδώσουν το νόημα της επανάστασης του 1821, τόσο θα εκμεταλλεύονται το σκοτάδι τα σαπρόφυτα εκείνα της ιστορίας που τολμούν και σήμερα να υμνούν το ναζισμό και το φασισμό, οι θλιβεροί εκείνοι πολιτικοί επίγονοι των γερμανοντυμένων δοσίλογων κουκουλοφόρων με τη σβάστικα στο χέρι.

Σήμερα, 195 χρόνια μετά την Άλωση της Τριπολιτσάς, το μήνυμά της παραμένει φωτεινό, όσο και αν προσπαθούν οι νεόκοποι αναθεωρητές της ιστορίας να το παραχαράξουν. Η Άλωση της Τριπολιτσάς αποτέλεσε τη βάση για την Παλιγγενεσία, αλλά καθόρισε και την πολιτική ταυτότητα του νεώτερου Ελληνισμού, καθώς εκεί έγινε η πολιτειακή ανασύσταση του Νεώτερου Ελληνικού Κράτους. Εδώ ακριβώς οφείλεται και η έννοια της άλωσης αντί της απελευθέρωσης. Οι μόνες πόλεις για τις οποίες ο Ελληνισμός χρησιμοποιεί τον όρο της άλωσης είναι για την Κωνσταντινούπολη και για την Τριπολιτσά. Το 1453 αλώθηκε η Βυζαντινή Κωνσταντινούπολη από τους Οθωμανούς, ενώ το 1821 αλώθηκε η Οθωμανική Τριπολιτσά από τους επαναστατημένους Έλληνες.  Το 1453 στην Κωνσταντινούπολη καταλύθηκε η κρατική υπόσταση του Ελληνισμού, ενώ το 1821 στην Τριπολιτσά καταλύθηκε η κρατική υπόσταση των Οθωμανών και αναβίωσε ξανά η κρατική υπόσταση του Γένους. Το 1453 στην Κωνσταντινούπολη είχαμε ενταφιασμό του Ελληνισμού και το 1821 στην Τριπολιτσά είχαμε εθνεγερσία. Σε όσους επιχειρούν λοιπόν σήμερα να νοθεύσουν την εθνική υπόσταση της επανάστασης και να την εμφανίσουν ως ταξική και απότοκο των επαναστάσεων της Ευρώπης,  τους απαντά ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης «Η επανάσταση ή εδική μας δεν ομοιάζει με καμμίαν απ’ όσες γίνονται την σήμερον εις την Ευρώπην. Τής Ευρώπης οι επαναστάσεις είναι εναντίον των διοικήσεών των, είναι εμφύλιος πόλεμος. Ο εδικός μας πόλεμος ήταν ό πλέον δίκαιος, ήταν έθνος με άλλο έθνος».

Αλλά η  Άλωση της Τριπολιτσάς έχει και ένα ιδιαίτερο πολιτικό μήνυμα για την πόλη της Φυλής σήμερα. Όπως οι Έλληνες της Τριπολιτσάς καταπιέζονταν αφόρητα  από τους επυλίδες Οθωμανούς επί τέσσερις αιώνες, οι οποίοι με τη βία προσπαθούσαν να αλλάξουν την εθνική και πολιτισμική ταυτότητα του Ελληνισμού, έτσι καταπιέζονται και οι σημερινοί κάτοικοι της Φυλής από συγκεκριμένους επίλυδες που επιχειρούν με την παραβατικότητα αλλά και την πολιτισμική βία να μεταβάλλουν την ταυτότητα της πόλης. Και όποιος προσπαθεί να πείσει ότι αυτό δεν συμβαίνει, ή είναι δόλιος ή εθελοτυφλεί. Και καλό θα είναι να θυμούνται όλοι σε αυτή την πόλη τα λόγια του Κολοκοτρώνη όταν εξεράγει  το ηφαίστειο του Ελληνισμού στην Τριπολιτσά: «Το άλογό μου από τα τείχη ως το Σαράι, δεν επάτησε χώμα». Εδώ βρίσκεται και η ευθύνη των συλλόγων αυτής της πόλης. Να συνειδητοποιήσουμε ότι η ευθύνη για τη σύνθεση της πολιτισμικής ταυτότητας αυτής της πόλης, είναι ζωτικής σημασίας για την ίδια την ύπαρξή της. Και αυτό δεν γίνεται μέσα από χορούς και πανηγύρια, αλλά μέσα από συστηματική και ουσιαστική εργασία, μέσα από συστράτευση όλων μας.

Ομοίως, η απελευθέρωση της Τρίπολης από τις δυνάμεις κατοχής το 1944, με συμφωνία ανάμεσα στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, την Ελληνική Κυβέρνηση και το Ελληνικό Στρατηγείο Μέσης Ανατολής, αποδεικνύει ότι οι ελληνικές πολιτικές δυνάμεις μπορούσαν να συνεννοηθούν. Παράλληλα, αναδεικνύει μια πολύ σημαντική πτυχή της εθνικής δράσης του στρατηγού Λιώση, η οποία πρέπει επιτέλους να έρθει στο φως. Γιατί αυτή η πτυχή του Λιώση, είναι πιο σημαντική από τις ανδραγαθίες και τα παράσημα που κέρδισε στους πολέμους, καθώς επιβεβαιώνει την ιστορική βεβαιότητα ότι αν ο Λιώσης δεν πάθαινε το σοβαρό εγκεφαλικό επεισόδιο το 1947, αυτός θα γινόταν πρωθυπουργός μετά τον εμφύλιο και όχι ο Παπάγος. Και η μετεμφυλιακή πολιτική ιστορία της Ελλάδας θα ήταν σίγουρα διαφορετική, θα είχαμε αποφύγει την πολιτική πόλωση που περιγράφεται από το ειρωνικό δίλημμα «Τι Πλαστήρας, τι Παπάγος», γιατί στη Μικρά Ασία ο Λιώσης, όντας δεξιός και βασιλόφρων, είχε αψηφήσει τον ίδιο το Βασιλιά και εξέδωσε διαταγή που έσωσε το σύνταγμα του βενιζελικού Πλαστήρα όταν κατέρρεε το μέτωπο. Γιαυτόν ακριβώς το λόγο πρέπει να αρχίσουμε να προβληματιζόμαστε για το πώς αυτή η πόλη παραλίγο να αναδείξει τον Έλληνα Ντε Γκωλ, που θα απέτρεπε τις ακρότητες του μετεμφυλιακού παρακράτους, αντί να ασχολούμαστε με το πόσους χορούς θα χορέψει στο πανηγύρι ο κάθε σύλλογος. Είναι μια υποχρέωση που έχουμε όλοι μας σε αυτήν την πόλη, να ανοίξουμε επιτέλους αυτό το σημαντικό κεφάλαιο στην πολιτική ιστορία της.
Πόταγας 
Αγαπητοί φίλοι, αναλογιζόμενος και το χώρο της εκδήλωσης, αυτήν την όμορφη αίθουσα των μαθητών του 2ου Λυκείου της Πόλης, δεν θα μπορούσα παρά να κλείσω την αποψινή ομιλία με τα λόγια του νεαρού μαθητή του Γυμνασίου της Βυτίνας Ματθαίου Πόταγα, που τον εκτέλεσαν οι γερμανικές δυνάμεις τη μέρα που καταλάμβαναν τη Βυτίνα στις 2 Μαΐου 1941, όταν ο νεαρός Ματθαίος στάθηκε απέναντι στις γερμανικές ερπύστριες στην είσοδο της πόλης και φώναξε υπερήφανα:

«Θα μας πεινάσετε, θα μας κάψετε, θα μας σκοτώσετε, αλλά δεν θα μας νικήσετε. Είμαι εδώ μονάχος. Αλλά η Ελλάδα ολόκληρη ακολουθεί».
ΣΧΟΛΙΟ:
θερμά συγχαρητήρια  στον σύλλογο των Αρκάδων και προσωπικά στον Γιώργο τον Πραχαλιά για την ομιλία του. Θωμάς Μπιζάς. 
πηγη:  http://fylarhos.blogspot.gr/2016/10/1944.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου