Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή, 17 Μαρτίου 2017

Τάσος Κεφαλάς : Όλα τριγύρω αλλάζουμε κι όλο τα ίδια μένουν.. ή πως η Δυτική Αττική θα συνεχίσει να αποτελεί τον προσφιλέστερο προορισμό σκουπιδιών

του Τάσου Κεφαλά, ΠΡΩΣΥΝΑΤ
 Η περίοδος από το 2003, έως και σήμερα, ήταν μια περίοδος που χαρακτηρίστηκε από την προσπάθεια υλοποίησης ενός παράλογου σχεδιασμού στη διαχείριση των απορριμμάτων -για να μείνουμε στα αστικά απόβλητα, μόνο-, που χαρακτηρίζονταν από το συγκεντρωτισμό και τη συνειδητή προσπάθεια εκχώρησης μεγάλων κομματιών της διαχείρισης στους ιδιώτες εργολάβους. Ο σχεδιασμός αυτός εκφράστηκε με την απαξίωση της ανάκτησης των υλικών και με την εμμονική προσήλωση στην κατασκευή κεντρικών εγκαταστάσεων επεξεργασίας σύμμεικτων και χώρων ταφής (ΧΥΤΑ/ΧΥΤΥ), μέσω συμβάσεων πολύχρονης (25-27 χρόνια) σύμπραξης δημόσιου και ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ), με απαράδεκτους -περιβαλλοντικά και οικονομικά- όρους.

 Για το λόγο αυτό, η ίδια περίοδος ήταν περίοδος έντονων αντιδράσεων, τόσο σε τοπικό επίπεδο, κατά της υλοποίησης συγκεκριμένων υποδομών, όσο και σε περιφερειακό – κεντρικό επίπεδο, κατά του προωθούμενου σχεδιασμού και υπέρ μιας εναλλακτικής αντίληψης, που, με το χρόνο, σχηματοποιήθηκε σε αυτό που συνηθίσαμε να ονομάζουμε αποκεντρωμένη διαχείριση, με έμφαση στην πρόληψη, στην προδιαλογή και στην ανάκτηση των υλικών. Ο κύκλος έκλεισε με τηδιαμόρφωση, τη διετία 2015-2016, ενός νέου πλαισίου, που χαρακτηρίζεται από τα νέα εθνικά σχέδια πρόληψης, διαχείρισης στερεών αποβλήτων και διαχείρισης επικίνδυνων αποβλήτων και από τα νέα περιφερειακά σχέδια (ΠΕΣΔΑ) και από τα τοπικά σχέδια διαχείρισης αποβλήτων των δήμων (ΤΣΔΑ), με τα τελευταία να υλοποιούνται για πρώτη φορά.

 «Τα ράσα δεν κάνουν τον παπά …»

Οπότε είναι μια καλή στιγμή, η καταλληλότερη ίσως, για να ξαναδούμε τη «μεγάλη εικόνα» και να αποτιμήσουμε το τι έφερε και τι το τι άφησε πίσω της αυτή η περίοδος. Αλλά και να δούμε τις ανάγκες που γεννά το νέο περιβάλλον στον τομέα της διαχείρισης των αποβλήτων.
Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι το νέο πλαίσιο των σχεδιασμών είναι επηρεασμένο, αλλού λιγότερο, αλλού περισσότερο, από τις κινηματικές διεκδικήσεις της τελευταίας δεκαετίας. Κυρίως στη ρητορική τους, με την υιοθέτηση των «κλισέ» της αποκεντρωμένης, δημόσιας διαχείρισης και της προδιαλογής των υλικών, αλλά και στον κεντρικό στόχο για το 2020, που μιλά για 50% ανάκτηση από προδιαλογή υλικών, 24% ανάκτηση από την επεξεργασία των σύμμεικτων και υγειονομική ταφή – τελική διάθεση του 26%, που αποτελεί το υπόλειμμα της όλης διαδικασίας διαχείρισης. Ως εδώ καλά .. και αρκετά φιλόδοξα.
Το πράγμα αρχίζει να «στραβώνει» όταν τα λόγια και οι στόχοι του εθνικού σχεδίου πρέπει να μετουσιωθούν σε πράξη. Στο πεδίο αυτό σημειώνονται απανωτά «Βατερλώ» (με την προϋπόθεση ότι υιοθετούμε την πιο αθώα εκδοχή, ότι όλα οφείλονται σε λάθη και σε παραλείψεις κι ας είναι σχεδόν βέβαιο ότι έχουμε να κάνουμε με συνειδητές επιλογές), για να επιβεβαιωθεί με τον πιο επίσημο τρόπο ότι «τα ράσα δεν κάνουν τον παπά». Πώς γίνεται αυτό, θα αναρωτηθεί κανείς.
Κατά ένα σημαντικό μέρος, γίνεται με το περιεχόμενο των περιφερειακών και των τοπικών σχεδίων διαχείρισης. Δηλαδή, με τα εργαλεία τα οποία είναι επιφορτισμένα να περιγράψουν τα συγκεκριμένα μέσα (υποδομές και δράσεις), που θα κάνουν πράξη τους κεντρικούς στόχους (θα μιλήσουμε αναλυτικότερα στη συνέχεια γι αυτό το ζήτημα). Κυρίως, όμως, γίνεταιεξ αιτίας της πολιτικής της κυβέρνησης, που εκφράζεται με ατολμία ρήξεων σε κρίσιμους τομείς (δημιουργία δημόσιου φορέα διαχείρισης, επανεξέταση του ρόλου των φορέων διαχείρισης – ΦοΔΣΑ, ριζική αναδιάρθρωση του συστήματος ανακύκλωσης κλπ.), από απουσία στήριξης των δήμων (χρηματοδότηση, χωροθέτηση και λειτουργία δημοτικών υποδομών) και από τη συνειδητή επιλογή της συνέχισης πρακτικών ιδιωτικοποίησης και επαναφοράς των συμβάσεων ΣΔΙΤ. Με αυτά τα δεδομένα, η διαπίστωση ότι,η νέα περίοδος, που ανοίγεται μπροστά μας, δεν θα είναι απαλλαγμένη από τις παθογένειες και τα ουσιαστικά προβλήματα της προηγούμενης περιόδου και των παλιών σχεδιασμών, φαντάζει εξαιρετικά ήπια.

Αττική: «στερνή μου γνώση, να σ’ είχα πρώτα …»

Ας μην πάμε μακριά. Για να έρθουμε και στο ειδικότερο αντικείμενο αυτού του σημειώματος, ας δούμε τι συμβαίνει στην περιφέρεια Αττικής, μια περιφέρεια με μεγάλο ειδικό βάρος στη διαμόρφωση της συνολικής εικόνας της διαχείρισης των απορριμμάτων στη χώρα μας.Μέχρι λίγο καιρό πριν, όταν και εγκρίνονταν -με το γνωστό αντιδημοκρατικό τρόπο- το περιφερειακό σχέδιο της Αττικής, η κ. Δούρου επαίρονταν για την αποτελεσματικότητά του και για το ότι ενσωμάτωνε με ουσιαστικό τρόπο τα τοπικά σχέδια διαχείρισης των δήμων.«Πριν αλέκτορα φωνήσαι ..», στις 17/2/2017, με επιστολή της προς τους δημάρχους της Αττικής, η κ. Δούρου εκπέμπει «σήμα κινδύνου». Χωρίς περιστροφές, διαπιστώνει ότι οι δήμοι δεν έχουν υποβάλλει συγκεκριμένες προτάσεις και δράσεις για τις soft, όπως τις ονομάζει, δράσεις. Αν είναι έτσι,για ποιο ακριβώς πράγμα αισθάνονταν υπερήφανη η κ. Δούρου, λίγο καιρό πριν;
Αλήθεια, τώρα συνειδητοποίησε η κ. Δούρου ότι «από απλοί συλλέκτες και μεταφορείς απορριμμάτων οι δήμοι αναλαμβάνουν ευθύνες σχεδιασμού δημοτικών δικτύων και υποδομών για τοπική διαχείριση»; Τώρα κατάλαβαν οι επιτελείς της περιφέρειας ότι για να υποβάλλουν προτάσεις για softδράσεις οι δήμοι, πρέπει πρώτα να τις έχουν περιλάβει στα τοπικά τους σχέδια;  Αν είχαν κάνει, όπως τόσες φορές τους έχουμε ζητήσει, μια ουσιαστική αξιολόγηση των τοπικών σχεδίων διαχείρισης, θα ήξεραν ότι η συντριπτική πλειοψηφία των δήμων έχει αρκεστεί σε καρικατούρες προδιαλογής και ανάκτησης υλικών. Και οι ελάχιστοι δήμοι, που έχουν συμπεριλάβει στα σχέδιά τους ουσιαστικές αποκεντρωμένες υποδομές διαχείρισης (π.χ. του Χαλανδρίου και της Ν. Φιλαδέλφειας), συναντούν την απροθυμία του αρμόδιου φορέα διαχείρισης της Αττικής (ΕΔΣΝΑ) να βεβαιώσει ότι εναρμονίζονται με το νέο περιφερειακό σχεδιασμό, ώστε να μπορέσουν να διεκδικήσουν χρηματοδότηση.
Το θέμα δεν είναι, μόνο, ότι αποκρύπτονταιοι ευθύνες της διοίκησης της περιφέρειας και του ΕΔΣΝΑ. Το σημαντικότερο είναι ότι αυτές οι softδημοτικές δράσεις (πρόληψη, διαλογή στην πηγή, ανακύκλωση, επανάχρηση) είναι οι μοναδικές που μπορούν να υλοποιήσουν το στόχο του 50% της προδιαλογής των υλικών. Χωρίς αυτές τις δράσεις και τις αντίστοιχες υποδομές που χρειάζονται, ο νέος σχεδιασμός είναι καταδικασμένος σε πλήρη αποτυχία και σε κατάρρευση. Χωρίς αυτές, για πολλά χρόνια ακόμη, τα ποσοστά προδιαλογής και ανάκτησης υλικών θα παραμένουν χαμηλά και οι στόχοι που μπαίνουν θα αποτελούν «όνειρο θερινής νυκτός», ενώ τα σύμμεικτα θα εξακολουθήσουν να είναι η μεγαλύτερη κατηγορία των ΑΣΑ.
Μήπως, όμως, με τη διαχείριση των σύμμεικτων (από την οποία αναμένεται μια πρόσθετη ανάκτηση, της τάξης του 24%) τα πράγματα πηγαίνουν καλύτερα; Από τις έξι μονάδες που προβλέπει ο ΠΕΣΔΑ Αττικής, των τριών αγνοείται η τύχη (δύο στον κεντρικό τομέα και μία στο νότιο). Η μονάδα του Γραμματικού «τύποις» συμπεριλαμβάνεται -αφού μειώθηκε η δυναμικότητά της στους 60.000 τόνους/χρόνο- και η μονάδα του Πειραιά (στο Σχιστό) βρίσκεται στην κόψη του ξυραφιού (γίνεται, δε γίνεται). Τι απομένει; Το «σίγουρο χαρτί» της συνέχισης της λειτουργίας της μονάδας της Φυλής (ΕΜΑΚ) και η επέκταση της δυναμικότητάς της, από τους 250.000 στους 450.000 τόνους/χρόνο. Αυτή κι αν είναι αποκέντρωση!
Το πιο ανεύθυνο απ’ όλα, πάντως, είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζεται το θέμα της ασφαλούς διάθεσης των υπολειμμάτων, όταν δεν υπάρχει ούτε ένας νέος χωροθετημένος ΧΥΤΑ/ΧΥΤΥ, όταν δεν έχει κινηθεί η οποιαδήποτε διαδικασία κατασκευής του και όταν είναι δεδομένο ότι η χωρητικότητα του ΧΥΤΑ Φυλής εξαντλείται στο τέλος του 2018. Εννοείται ότι, με όλα όσα προαναφέρθηκαν, είναι αστείο να περιμένει κανείς ότι τα προς ταφή υπολείμματα θα αφορούν μόνο το 26% των απορριμμάτων (κατά τη γνώμη μου, θα ξεπερνούν το 70%). Ο ισχυρισμός ότι ο ΧΥΤΑ Φυλής θα κλείσει ισοδυναμεί με κραυγαλέα εξαπάτηση, αφού διαιωνίζεται η λειτουργία του -πιθανότατα, με νέα επέκταση-, που δεν εξωραΐζεται με διατυπώσεις του τύπου «Οριστικό κλείσιμο του Χ.Υ.Τ. Φυλής με την άμεση εκπόνηση σχεδίου αποκατάστασής του και ενεργοποίησή του με την έναρξη λειτουργίας των νέων χώρων». Ποιών νέων χώρων; Αυτών που θα υποδείξει η μελέτη που ανατέθηκε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση, η οποία περιορίζεται στην αξιολόγηση εξαντλημένων λατομικών χώρων και η οποία, σύμφωνα με κάποιες ενδείξεις, θα ξαναβάλει στο τραπέζι απαράδεκτες λύσεις του παλιού σχεδιασμού, όπως το λατομείο Μουσαμά και το Μελετάνι;
Φυσικά, καθόλου δεν πρέπει να υποτιμάμε και την οικονομική πτυχή του νέου σχεδιασμού, αφού η διαφαινόμενη αδυναμία υλοποίησης του στόχου της αποκεντρωμένης διαχείρισης δεν αντανακλάται μόνο στο περιβαλλοντικό, αλλά και στο οικονομικό αποτέλεσμα που θα έχει. Αυτό σημαίνει υψηλά κόστη διαχείρισης και «διαφυγόντα» οφέλη, που αποτιμώνται σε πολλά εκατομμύρια ευρώ. Ενδεικτικά των παραπάνω ισχυρισμών είναι τα όσα καταγράφονται στο παράρτημα που συνοδεύει αυτό το σημείωμα και έχουν δημοσιοποιηθεί ευρέως.

Στη Δυτική Αττική τα βάρη, …

Δε χρειάζεται πολλή σοφία για να καταλάβει κανείς το ποιος θα «πληρώσει το μάρμαρο». Η Δυτική Αττική θα εξακολουθήσει να σηκώνει το μεγαλύτερο βάρος του φορτίου της διαχείρισης των αποβλήτων ολόκληρης της περιφέρειας Αττικής, με τη συνέχιση της λειτουργίας, αλλά και με την επέκταση των δραστηριοτήτων, της εγκατάστασης της Φυλής. Κόντρα σε κάθε λογική δίκαιου επιμερισμού των όποιων βαρών συνεπάγεται, ακόμη και η καλύτερη διαχείριση που θα μπορούσε να εφαρμοστεί.
Το φορτίο αυτό είναι, πλέον, δυσβάσταχτο και δε σχετίζεται μόνο με τη διαιώνιση της λειτουργίας της χωματερής. Περιλαμβάνει και την επέκταση της δυναμικότητας του ΕΜΑΚ -σχεδόν διπλασιασμό-, τη συνέχιση της λειτουργίας του αποτεφρωτήρα υγειονομικών αποβλήτων, την πιθανότητα λειτουργίας μιας νέας ιδιωτικής μονάδας επεξεργασίας της εταιρείας WATTAEμέσα στην εγκατάσταση της Φυλής και χώρου ταφής επικίνδυνων αποβλήτων στην περιοχή του Ασπροπύργου, όπου εξακολουθεί να δηλητηριάζει την ατμόσφαιρα η συνεχιζόμενη, από το καλοκαίρι του 2015, φωτιά στο ΚΔΑΥ Λαζόπουλου.
Αυτή η ενσυνείδητη, στρατηγικού χαρακτήρα επιλογή αποτελεί βασικό και αναπόσπαστο στοιχείο (και) του νέου σχεδιασμού και γι αυτό είναι ενδεικτική του προσανατολισμού του.Ένα ζοφερό μέλλον επιφυλάσσεται στην πολλαπλά υποβαθμισμένη αυτή περιοχή, «αντάξιο» του καταστροφικού παρελθόντος του. Αυτού του παρελθόντος, που, ανάμεσα σε πολλά άλλα, οδήγησε μέσα στο 2016 στο θάνατο -από καρκίνο- άλλους τρεις χειριστές μηχανημάτων του ΕΔΣΝΑ στη Φυλή. Θα έχουν ακουστά γι αυτό, εκεί στην περιφέρεια και στον ΕΔΣΝΑ.

… από τη Δυτική Αττική και η ελπίδα της αντίστασης

Το γεγονός ότι η προηγούμενη περίοδος ήταν συνυφασμένη με την (υποχρεωτική) αναθεώρηση των εθνικών και των περιφερειακών σχεδιασμών ήταν ένα καλό κίνητρο για να υπάρξει ένα ευρύτερο ενδιαφέρον. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να εμπλακούν στη σχετική συζήτησηκαι στις κινηματικές πρωτοβουλίες που εκδηλώθηκαν πολιτικοί χώροι, φορείς και συλλογικότητες, που δεν είχαν άμεση σχέση με συγκεκριμένες δραστηριότητες διαχείρισης απορριμμάτων. Επόμενο ήταν ότι και ο βαθμός της εμπλοκής και της εμβάθυνσης στη λύση του προβλήματος δεν ήταν και δεν είναι ο ίδιος για όλους. Και το κυριότερο: η οπτική με την οποία προσεγγίζεται το ζήτημα, παρά τις σημαντικές συγκλίσεις που υπήρξαν, δεν είναι ταυτόσημη.
Στη νέα φάση, στην οποία έχουμε, ήδη, περάσει και καθώς οι βασικοί σχεδιασμοί έχουν ολοκληρωθεί, αυτό που βιώνουμε είναι:
  • αφενός, μια σχετική υποχώρηση δραστηριοτήτων, που ενισχύθηκε από φαινόμενα απογοήτευσης από την πολιτική της κυβέρνησης και της περιφέρειας Αττικής, ιδιαίτερα σε αγωνιστές και σχήματα με άμεση ή έμμεση αναφορά στο χώρο του ΣΥΡΙΖΑ και
  • αφετέρου, μια αμηχανία για τις επιδιώξεις και τα μέσα των κινηματικών δραστηριοτήτων στο επόμενο διάστημα.
Μπορεί η περιφέρεια Αττικής να εμφανίζεται «πελαγωμένη» και να οδηγείται σε λύσεις συντήρησης του υφιστάμενου καθεστώτος διαχείρισης, αλλά αυτή δεν μπορεί να είναι η επιθυμητή προοπτική για τους πολίτες της Αττικής και για τα κινήματά τους.Αν θέλουμε να ελπίζουμε σε κάτι, αν συνειδητοποιούμε την επερχόμενη κρίση σκουπιδιών στην Αττική και αν δεν θέλουμε να παραιτηθούμε από το στόχο της αποκεντρωμένης διαχείρισης, είμαστε αναγκασμένοι να αντιμετωπίσουμε και να ξεπεράσουμε αυτές τις δυσλειτουργίες, το συντομότερο δυνατόν, με δεδομένο ότι διαδικασία ανασχεδιασμού δεν μπορεί να ανοίξει στο προσεχές μέλλον. Με ποιο τρόπο, όμως;
  • Ξαναφτιάχνοντας την ατζέντα των διεκδικήσεων, έτσι ώστε να περιλάβει και την αντιμετώπιση των κεντρικών πολιτικών που υπονομεύουν τον εθνικό σχεδιασμό και την επιδίωξη για την υλοποίηση των αναγκαίων περιφερειακών υποδομών αποκεντρωμένης διαχείρισης και -το σπουδαιότερο- την υλοποίηση των δημοτικών υποδομών ανακύκλωσης και διαχείρισης των οργανικών, που είναι προϋπόθεση για να υπάρξει μια αλλαγή ρότας.
  • Δίνοντας υπόσταση -και δημιουργώντας, όπου χρειάζεται- εκείνα τα συλλογικά υποκείμενα, που μπορούν να διασφαλίσουν την ευρύτερη δυνατή συσπείρωση για την υλοποίηση της παραπάνω ατζέντας. Συλλογικά υποκείμενα, που από τα πράγματα θα έχουν ισχυρά τοπικά χαρακτηριστικά για να παρεμβαίνουν αποτελεσματικά στο επίπεδο των δήμων και περιφέρειας και, ταυτόχρονα, θα λειτουργούν με όρους ευρύτερου συλλογικού συμφέροντος.
 Ως προς το δεύτερο, είναι λογικό να περιμένουμε ότι στον πυρήνα των μελλοντικών αντιστάσεων θα είναι οι πολίτες και οι συλλογικότητες της Δυτικής Αττικής και της Δυτικής Αθήνας. Η δημιουργία -εδώ και αρκετούς μήνες-και η λειτουργία ενός σχήματος συντονισμού φορέων, συλλογικοτήτων και πολιτών της περιοχής, του «Δυτικού μετώπου», το επιβεβαιώνει. Στην πράξη, το «Δυτικό μέτωπο» λειτουργεί σαν το όχημα μετάβασης από την προηγούμενη περίοδο στην νέα, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για τη συνέχιση του αγώνα για την αποκεντρωμένη διαχείριση και λειτουργώντας σαν η διαρκής υπόμνηση της ανάγκης για ένα διαρκή συντονισμό των ενεργών κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων της Αττικής.
 Στο σημείο αυτό αξίζει να γίνει μνεία του ιδιαίτερου ρόλου, που έπαιξε η ΠΡΩΣΥΝΑΤ στα έξι χρόνια της ύπαρξής και λειτουργίας της. Τόσο στο θέμα της αποδόμησης των συστημικών αντιλήψεων, όσο και στο θέμα της ενιαιοποίησης του λόγου και των δράσεων των κινημάτων για τα ζητήματα της διαχείρισης των αποβλήτων. Σε αυτήν τη χρονική στιγμή, η ΠΡΩΣΥΝΑΤ φαίνεται να ολοκληρώνει το δικό της κύκλο, έχοντας ξεπεράσει κατά πολύ τις ταπεινές προσδοκίες των όσων συνέβαλλαν στη δημιουργία της. Ανεξάρτητα από το πώς θα αποτιμηθεί η δράση της, όταν έρθει η ώρα γι αυτό, ένα πράγμα είναι βέβαιο: η ΠΡΩΣΥΝΑΤ υπήρξε ένα ακόμη εξαιρετικό εγχείρημα δημιουργικής συνύπαρξης αγωνιστών με διαφορετικούς πολιτικούς προσανατολισμούς, που τους ένωσε η επιθυμία της επίτευξης ενός κοινού σκοπού.
Γεγονός που θα άξιζε τον κόπο να προβληματίσει εκείνους που με μίζερες λογικές βάζουν προσκόμματα στην παραπέρα διεύρυνση του «Δυτικού μετώπου».

Αριστερά: προωθητικός παράγοντας ή βαρίδι στην ανάπτυξη των κινημάτων;

Μιλώντας για μίζερες λογικέςστα ζητήματα της πολιτικής της διαχείρισης των αποβλήτων (για να μην ξανοιχτούμε και σε άλλα), θα ήταν στρουθοκαμηλισμός να μην παραδεχτούμε ότι πολλές από τις προβληματικές πτυχές των κινημάτων έχουν τη ρίζα τους σε αντιλήψεις και σε πρακτικές, που διατρέχουν οριζόντια το σύνολο των δυνάμεων της αριστεράς. Με τρόπο που μαρτυρά πλήρη διάσταση με την πραγματικότητα, άγνοια βασικών παραμέτρων του προβλήματος και κραυγαλέα απουσία της οποιασδήποτε προσπάθειας μελέτης και περιγραφής εναλλακτικής λύσης. Λες και η διαχείριση των αποβλήτων αποτελεί θεωρητικό πρόβλημα για τις μελλοντικές γενιές και όχι όρο για μια ανθρώπινη διαβίωση, σε συνθήκες προστασίας του περιβάλλοντος, της υγείας και της «τσέπης»των πολιτών.
Να πούμε για τη γενικόλογη προσέγγιση, που εξαντλείται στα θέματα της ιδιωτικοποίησης, αγνοώντας τις αιτίες που οδηγούν σε αυτήν; Να πούμε για εκείνη την αντίληψη που ταυτίζει το αίτημα για δημόσιο και κοινωνικό χαρακτήρα της διαχείρισης των αποβλήτων με τη λογική του κρατικού δημόσιου φορέα (κάποια ΔΕΚΟ, ίσως;), που «όλα τα σφάζει και όλα τα μαχαιρώνει», ερήμην της κοινωνίας; Να πούμε για την υιοθέτηση ανοησιών του τύπου «ποτέ και πουθενά ΧΥΤΑ», που δίνουν άλλοθι στην απραξία της περιφέρειας, πριμοδοτούν τα σχέδια των εργολάβων και υποθάλπτουν συντηρητικές και τοπικιστικές αντιλήψεις στην κοινωνία; Να πούμε για την απαξίωση των αγώνων για την αποκεντρωμένη διαχείριση και του νέου εθνικού σχεδίου διαχείρισης, σαν εργαλείου του καπιταλισμού και της ΕΕ;  Να πούμε για την άρνηση δημιουργίας τοπικών υποδομών ανακύκλωσης και πράσινων σημείων, με το επιχείρημα ότι βάζουν σε κίνδυνο τους εναπομείναντες ελεύθερους χώρους των πόλεων; Να πούμε για τη θλιβερή εικόνα της γλώσσας που χρησιμοποιείται για να περιγράψει την εναλλακτική λύση, που μας θυμίζει τη ρητορική των ΜΚΟ της δεκαετίας του ’80 και του ’90;Ή να πούμε για τις ανθενωτικές και διασπαστικές πρακτικές στα κινήματα; Σαν πολλά μαζεμένα δεν είναι, για να θεωρηθούν επιμέρους παρασπονδίες;
Ας το πούμε καθαρά και ας το ακούσουν όλοι όσοι είναι φορείς παρόμοιων αντιλήψεων και πρακτικών: αν η αριστερά φιλοδοξεί να αποτελέσει προωθητικό παράγοντα και όχι «βαρίδι» στα κινήματα για ριζικές αλλαγές στον τομέα της διαχείρισης των αποβλήτων, οφείλει να ξεκινήσει πρώτα από τον εαυτό της. Ας μείνουμε, για την ώρα, σε αυτό και επανερχόμαστε όποτε χρειαστεί.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Σύμφωνα με το νέο περιφερειακό σχέδιο διαχείρισης αποβλήτων (ΠΕΣΔΑ) της Αττικής, προβλέπεται το 2020 να προδιαλέγεται το 52,66% των αστικών αποβλήτων και το υπόλοιπο 47,34% να είναι σε σύμμεικτη μορφή. Πιο συγκεκριμένα, θα προδιαλέγονται 667.000 τόνοι ανακυκλώσιμων υλικών και 330.000 τόνοι οργανικών. Οι υπόλοιποι 896.000 τόνοι θα είναι σύμμεικτα απορρίμματα. Σύμφωνα με το ΠΕΣΔΑ:
  • Τα ανακυκλώσιμα υλικά θα οδηγούνται στις εγκαταστάσεις των ιδιωτικών συστημάτων εναλλακτικής διαχείρισης (δεν προβλέπονται δημοτικές υποδομές).
  • Τα οργανικά θα οδηγούνται, για κάποια χρόνια, στο ΕΜΑΚ και αργότερα (και) σε άλλες κεντρικές μονάδες κομποστοποίησης, αν και όταν αυτές κατασκευαστούν (προς το παρόν, είναι στα χαρτιά).
  • Τα σύμμεικτα θα οδηγούνται στο ΕΜΑΚ και σε κάποιες άλλες μονάδες επεξεργασίας, αν και όταν αυτές κατασκευαστούν (προς το παρόν, είναι στα χαρτιά). Μέχρι να γίνει αυτό, τα σύμμεικτα θα συνεχίσουν να πηγαίνουν στο ΧΥΤΑ Φυλής (απευθείας ή μέσω του ΕΜΑΚ).
Με βάση τους στόχους του ΠΕΣΔΑ, θα έχουμε την παρακάτω εικόνα για τις τρεις βασικές κατηγορίες αστικών αποβλήτων τα επόμενα χρόνια και ως το 2020 (οι ποσότητες σε τόνους):
έτος προδιαλογή υλικών σύμμεικτα οργανικά + σύμμεικτα σύνολο ΑΣΑ
ανακυκλώσιμα οργανικά
2015 100.000 4.000 1.736.000 1.740.000 1.840.000
2016




2017 242.000 86.000 1.565.000 1.651.000 1.893.000
2018 384.000 168.000 1.341.000 1.509.000 1.893.000
2019 526.000 250.000 1.117.000 1.367.000 1.893.000
2020 667.000 330.000 896.000 1.226.000 1.893.000
σύνολο 2017-2020 1.819.000 834.000 4.919.000 5.753.000 7.572.000

Τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι τα εξής:

  • Μπορούμε να δεκαπλασιάσουμε την προδιαλογή υλικών (από τους 104.000 τόνους του 2015, στους 997.000 τόνους του 2020), χωρίς αποκεντρωμένες δημοτικές ή διαδημοτικές υποδομές ανακύκλωσης και κομποστοποίησης και χωρίς τη μεγάλη οικονομική ωφέλεια που αυτές συνεπάγονται;
  • Πώς και πού θα γίνει η επεξεργασία 834.000 τόνων προδιαλεγμένων οργανικών, τα επόμενα τέσσερα χρόνια, όταν η ετήσια δυναμικότητα των μοναδικών μονάδων κομποστοποίησης που ονοματίζονται είναι της τάξης των 130.000 τόνων (100.000 τόνοι στο ΕΜΑΚ, 20.000 τόνοι στο Γραμματικό και 10.000 τόνοι στα Μέγαρα) και αυτή όχι άμεσα;
  • Με δεδομένο ότι η χωρητικότητα του ΧΥΤΑ Φυλής εξαντλείται στο τέλος του 2018 (ακόμη και με την παραπάνω υποθετική προδιαλογή) και ότι το ΕΜΑΚ δε θα μπορεί να δεχτεί πάνω από 100.000 τόνους οργανικών, τι θα γίνουν 1.367.000 τόνοι (το 2019) και 1.226.000 τόνοι (το 2020) οργανικών και σύμμεικτων, αν δεν χωροθετηθούν και δεν δρομολογηθούν ΤΩΡΑ οι αναγκαίες νέες μονάδες επεξεργασίας των υπολειμματικών σύμμεικτων και οι νέοι ΧΥΤΥ;
  • Με αυτές τις συνθήκες, δεν προδιαγράφεται η λειτουργία της εγκατάστασης της Φυλής για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα;
  • Η επερχόμενη κρίση διαχείρισης των απορριμμάτων της Αττικής, οδηγεί ή όχι στην υιοθέτηση τεχνολογιών καύσης (στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό);

Η οικονομική αιμορραγία των δήμων

Η συγκεντρωτική διαχείριση των απορριμμάτων, σε αντιπαραβολή με την αποκεντρωμένη -ήπια και μικρής κλίμακας διαχείριση- επιβαρύνει τους δήμους και τους πολίτες με υψηλά κόστη. Αυτό συμβαίνει επειδή οι υποδομές μεγάλης κλίμακας είναι πιο σύνθετες, έχουν μεγάλο κατασκευαστικό κόστος και κόστος διαχείρισης, ωθούν στην ιδιωτικοποίηση, δημιουργούν μεγάλα κόστη μεταφοράς και αφαιρούν δυνητικούς πόρους από τους δήμους.
Ας δούμε, ειδικότερα, το τι θα συνέβαινε αν οι δήμοι επέλεγαν να λειτουργήσουν απλές, δημοτικές υποδομές ανακύκλωσης, οι οποίες προβλέπονται τόσο στο νέο εθνικό σχέδιο διαχείρισης αποβλήτων, όσο και στον οδηγό σύνταξης τοπικών σχεδίων διαχείρισης, που έστειλε ο ΕΔΣΝΑ στους δήμους. Με ένα μικρό αρχικό κόστος θα μπορούσαν να τις κατασκευάσουν και να τις λειτουργήσουν, αξιοποιώντας το προσωπικό των δήμων που σήμερα απασχολείται στην ανακύκλωση ή και με πρόσθετο, νέο προσωπικό. Η ανάπτυξη δημοτικών υποδομών είναι σε θέση να αναχρηματοδοτεί και να επεκτείνει τη δραστηριότητα της ανακύκλωσης και, ταυτόχρονα, να συμβάλλει στη μείωση του συνολικού κόστους διαχείρισης των απορριμμάτων για τους δήμους και των δημοτικών τελών για τους δημότες.
Για τους παραπάνω λόγους είναι τελείως απαράδεκτη η πολιτική του ολοκληρωτικού αποκλεισμού της χρηματοδότησης από το ΕΣΠΑ των δράσεων για την ανακύκλωση και η απαγόρευση των προσλήψεων, ιδιαίτερα σε τομείς με ανταποδοτικό χαρακτήρα, όπως αυτός της διαχείρισης των απορριμμάτων. Σύμφωνα με το νέο ΠΕΣΔΑ Αττικής, την τριετία 2017-2020 η προδιαλογή των ανακυκλώσιμων υλικών θα κυμανθεί στους 1.819.000 τόνους. Αν οι δήμοι της Αττικής επέλεγαν να αναπτύξουν και να λειτουργήσουν δημοτικές υποδομές ανακύκλωσης, σύμφωνα με μετριοπαθείς εκτιμήσεις:
  • Θα επωφελούνταν από την εμπορική διάθεση των ανακυκλώσιμων υλικών (μέση ενδεικτική τιμή 100 €/τόνο).
  • Θα εισέπρατταν το ποσό της ενίσχυσης που τους αντιστοιχεί από το κονδύλι των εισφορών ανακύκλωσης, που σήμερα πηγαίνει στα ιδιωτικά ΚΔΑΥ κλπ. (μέση ενδεικτική τιμή 30 €/τόνο).
  • Θα εξοικονομούσαν κόστη μεταφοράς, συντήρησης οχημάτων και εργατικά κόστη, της τάξης των 20 €/τόνο.
Με όφελος 150 €/τόνο, στην τετραετία 2017-2020, οι δήμοι της Αττικής θα μπορούσαν να έχουν ένα συνολικό όφελος της τάξης των  1.819.000 τόνων Χ 150 €, δηλαδή 272.850.000 €. Με τα χρήματα αυτά θα μπορούσαν να καλύψουν το, σχετικά μικρό, πρόσθετο κόστος διαχείρισης, να αποσβέσουν τα κόστη κατασκευής των δημοτικών υποδομών και να αναχρηματοδοτήσουν τις δράσεις ανακύκλωσης και κομποστοποίησης.
Η περιφέρεια Αττικής, που εκβιάζει με το επιχείρημα της χρηματοδότησης που θα χαθεί -λες και έχει διασφαλίσει κάποιο κονδύλι-, πώς δικαιολογεί την αδιαφορία της για την παραπάνω προοπτική και γιατί συμπράττει στη συνέχιση του υφιστάμενου συστήματος ανακύκλωσης με τα ιδιωτικά συστήματα;

ΠΗΓΗ :  http://kokkoi.gr/?p=405

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου